- ομάδι
- (Μ ὁμάδι)επίρρ. από κοινού, μαζί («μιαν κόρη κι έναν άγουρο, που μπερδευτήκα ομάδι», Ερωτόκρ.).[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ὁμάδ-ιον, υποκορ. τού ὁμάς, -άδος (πρβλ. μαζίον: μαζί, μακάριον: μακάρι)].
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
ὁμάδι — ὁμάς the whole fem dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μαδίζω — (I) (AM μαδίζω) μαδώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού μαδώ κατά τα ρ. σε ίζω]. (II) μαδίζω (Μ) 1. (αμτβ.) επιτίθεμαι, συμπλέκομαι, πολεμώ 2. (μτβ.) εκπολιορκώ, κατανικώ 3. (μτβ.) καταβάλλω, νικώ 4. (αμτβ.) ερίζω, φιλονικώ, καβγαδίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. <… … Dictionary of Greek
μαζί — Ονομασία τεσσάρων οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 240 μ., 536 κάτ.) στην πρώην επαρχία Λιβαδειάς του νομού Βοιωτίας. Βρίσκεται σχεδόν στο μέσο του νομού, Ν της Κωπαΐδας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αλιάρτου. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ … Dictionary of Greek
μουγκρισμός — και μουγγρισμός, ο (Μ μουγκρισμός και μογκρισμός) [μουγκρίζω] μούγκρισμα, μουγκρητό («και με μεγάλην ταραχήν και μουγκρισμόν ομάδι», Ερωτόκρ.) … Dictionary of Greek
μπερδεύω — και μπερδένω και μπερδεύνω (Μ μπερδεύω και μπερδένω και μπερδεύνω και μπερδεύγω) 1. μπλέκω, περιπλέκω («μπέρδεψα το κουβάρι») 2. εμπλέκω κάποιον σε επιζήμια επιχείρηση, παρασύρω κάποιον σε κάτι κακό («τόν μπέρδεψαν σε βρομοδουλιές») 3. μτφ.… … Dictionary of Greek
συντροφιάζω — Ν [σύντροφος] 1. κάνω με κάποιον συντροφιά, συναναστρέφομαι 2. συνεργάζομαι, συνεταιρίζομαι 3. μέσ. συντροφιάζομαι (στον Ερωτόκρ.) αποκτώ σύντροφο ζωής, αποκτώ σύζυγο («από μικρός παντρέφτηκε και συντροφιάσθη ομάδι», Ερωτόκρ.) … Dictionary of Greek
συμβουλώ — άω, Ν [σύμβουλος] (στον Ερωτόκρ.) συσκέπτομαι («κάθου με το βασιλιό να συμβουλάτ ομάδι») … Dictionary of Greek
όμαδος — ὅμαδος, ὁ (Α) 1. θόρυβος, βοή που προκαλείται από μεγάλο πλήθος ανθρώπων οι οποίοι έχουν συγκεντρωθεί σε έναν χώρο και μιλούν όλοι μαζί, σε αντιδιαστολή με τον ήχο που παράγεται από το βάδισμα ατόμων, οχλαγωγία 2. εύθυμο άσμα που ψάλλεται από… … Dictionary of Greek